Греческий словарь
с грамматикой

τροφοδοτώ

[trofodoˈto]глаголB2

Значения

1
снабжать, питать (подавать топливо, электроэнергию, информацию)
to supply, to feed, to provide (fuel, electricity, information) · τροφοδοτώ την εταιρεία με πρώτες ύλες — я снабжаю компанию сырьём
2
питать, поддерживать (чувство, идею)
to foster, to nurture (emotion, idea) · τροφοδοτώ την ελπίδα — я питаю надежду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τροφοδοτώ
εσύ
τροφοδοτείς
αυτός
τροφοδοτεί
εμείς
τροφοδοτούμε
εσείς
τροφοδοτείτε
αυτοί
τροφοδοτούν
Аорист
εγώ
τροφοδότησα
εσύ
τροφοδότησες
αυτός
τροφοδότησε
εμείς
τροφοδοτήσαμε
εσείς
τροφοδοτήσατε
αυτοί
τροφοδότησαν
Будущее
εγώ
θα τροφοδοτήσω
εσύ
θα τροφοδοτήσεις
αυτός
θα τροφοδοτήσει
εμείς
θα τροφοδοτήσουμε
εσείς
θα τροφοδοτήσετε
αυτοί
θα τροφοδοτήσουν

Примеры

Τα ηλιακά πάνελ τροφοδοτούν το σπίτι με ηλεκτρικό ρεύμα.
Солнечные панели снабжают дом электроэнергией. · Solar panels supply the house with electricity.
Η δημοσιογραφία τροφοδοτεί τη δημόσια συζήτηση με σημαντικές πληροφορίες.
Журналистика питает общественное обсуждение важной информацией. · Journalism feeds public debate with vital information.
Τροφοδότησα τη μηχανή με καύσιμα για το ταξίδι.
Я заправил машину топливом для поездки. · I fueled the engine for the trip.
Οι αρνητικές σκέψεις τροφοδοτούν τον φόβο και την ανησυχία.
Негативные мысли питают страх и беспокойство. · Negative thoughts foster fear and anxiety.