τροποποιημένος
[tropopjiˈmenos]прилагательноеB2
Значения
1
изменённый, модифицированный
modified, altered · ένα τροποποιημένο σχέδιο — изменённый план
Грамматика
мужской род
им.
τροποποιημένος
вин.
τροποποιημένο
род.
τροποποιημένου
зват.
τροποποιημένε
женский род
им.
τροποποιημένη
вин.
τροποποιημένη
род.
τροποποιημένης
зват.
τροποποιημένη
средний род
им.
τροποποιημένο
вин.
τροποποιημένο
род.
τροποποιημένου
зват.
τροποποιημένο
Примеры
Αυτή η τροποποιημένη έκδοση είναι πιο ευανάγνωστη.
Это изменённое издание легче читается. · This modified version is easier to read.
Ο τροποποιημένος κώδικας λειτουργεί σωστά.
Модифицированный код работает правильно. · The modified code works correctly.
Χρησιμοποιούν τροποποιημένα γονίδια στην έρευνα.
В исследованиях используют изменённые гены. · They use modified genes in the research.