τρομπέτα
[troˈbeta]существительноеη · женский родA1
Значения
1
труба (музыкальный инструмент)
trumpet (musical instrument) · παίζει τρομπέτα — играет на трубе
2
труба (трубка, полая трубка)
tube, pipe · η τρομπέτα του αυτοκινήτου — выхлопная труба автомобиля
Грамматика
Ед. ч.
им.
η τρομπέτα
вин.
την τρομπέτα
род.
της τρομπέτας
зват.
τρομπέτα
Мн. ч.
им.
οι τρομπέτες
вин.
τις τρομπέτες
род.
των τρομπετών
зват.
τρομπέτες
Примеры
Ο μουσικός παίζει τρομπέτα στη ζωή του.
Музыкант всю жизнь играет на трубе. · The musician has played trumpet his whole life.
Η τρομπέτα του αυτοκινήτου είναι σπασμένη.
Выхлопная труба автомобиля сломана. · The car's exhaust pipe is broken.
Άκουσα μια όμορφη μελωδία από τις τρομπέτες.
Я услышал прекрасную мелодию от труб. · I heard a beautiful melody from the trumpets.
Θέλει να μάθει να παίζει τρομπέτα.
Он хочет научиться играть на трубе. · He wants to learn to play the trumpet.