Греческий словарь
с грамматикой

τρομοκρατώ

[tromoˈkraˈto]глаголB2

Значения

1
осуществлять террористические акты, терроризировать
to commit acts of terrorism, to terrorize · τρομοκρατώ με βόμβες — терроризировать с помощью бомб
2
запугивать, устрашать (в политическом контексте)
to intimidate, to coerce through fear (political context) · τρομοκρατώ τους πολίτες — запугивать граждан

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρομοκρατώ
εσύ
τρομοκρατάς
αυτός
τρομοκρατά
εμείς
τρομοκρατούμε
εσείς
τρομοκρατάτε
αυτοί
τρομοκρατούν
Аорист
εγώ
τρομοκράτησα
εσύ
τρομοκράτησες
αυτός
τρομοκράτησε
εμείς
τρομοκρατήσαμε
εσείς
τρομοκρατήσατε
αυτοί
τρομοκράτησαν
Будущее
εγώ
θα τρομοκρατώ
εσύ
θα τρομοκρατάς
αυτός
θα τρομοκρατά
εμείς
θα τρομοκρατούμε
εσείς
θα τρομοκρατάτε
αυτοί
θα τρομοκρατούν

Примеры

Ομάδες ακροδεξιών τρομοκρατούν τις μειονότητες.
Группы экстремистов терроризируют меньшинства. · Extremist groups terrorize minorities.
Η οργάνωση τρομοκράτησε τη χώρα για χρόνια.
Организация запугивала страну годами. · The organization intimidated the country for years.
Δεν θα τρομοκρατηθούμε από τέτοια γεγονότα.
Мы не будем запугиваться такими событиями. · We will not be intimidated by such events.