Греческий словарь
с грамматикой

τρομάζω

[troˈmazo]глаголA2

Значения

1
пугать, напугать
to frighten, to scare · τρομάζω το παιδί — пугаю ребёнка
2
испугаться, пугаться (в среднем залоге)
to be frightened, to get scared (in middle voice) · τρομάζομαι εύκολα — легко пугаюсь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρομάζω
εσύ
τρομάζεις
αυτός
τρομάζει
εμείς
τρομάζουμε
εσείς
τρομάζετε
αυτοί
τρομάζουν
Аорист
εγώ
τρόμαξα
εσύ
τρόμαξες
αυτός
τρόμαξε
εμείς
τρομάξαμε
εσείς
τρομάξατε
αυτοί
τρόμαξαν
Будущее
εγώ
θα τρομάξω
εσύ
θα τρομάξεις
αυτός
θα τρομάξει
εμείς
θα τρομάξουμε
εσείς
θα τρομάξετε
αυτοί
θα τρομάξουν

Примеры

Η μεγάλη φωνή τρόμαξε το σκυλί.
Громкий звук напугал собаку. · The loud noise frightened the dog.
Δεν πρέπει να τρομάζεις τα μικρά παιδιά.
Ты не должен пугать маленьких детей. · You shouldn't scare small children.
Τρομάζομαι όταν ακούω περίεργα θορύβια.
Я пугаюсь, когда слышу странные звуки. · I get scared when I hear strange noises.
Θα την τρομάξουν με αυτές τις ιστορίες.
Они напугают её этими историями. · They will frighten her with these stories.