Греческий словарь
с грамматикой

τρισδιάστατος

[trisðiˈastatos]прилагательноеB2

Значения

1
трёхмерный, трёхмерный в пространстве
three-dimensional, having length, width, and depth · τρισδιάστατο μοντέλο — трёхмерная модель

Грамматика

мужской род
им.
τρισδιάστατος
вин.
τρισδιάστατο
род.
τρισδιάστατου
зват.
τρισδιάστατε
женский род
им.
τρισδιάστατη
вин.
τρισδιάστατη
род.
τρισδιάστατης
зват.
τρισδιάστατη
средний род
им.
τρισδιάστατο
вин.
τρισδιάστατο
род.
τρισδιάστατου
зват.
τρισδιάστατο

Примеры

Το τρισδιάστατο γραφικά είναι πολύ πιο ρεαλιστικά σήμερα.
Трёхмерная графика сегодня намного более реалистична. · Three-dimensional graphics are much more realistic today.
Αγόρασε ένα τρισδιάστατο παζλ για τη γιαγιά του.
Он купил трёхмерный пазл для своей бабушки. · He bought a three-dimensional puzzle for his grandmother.
Τα τρισδιάστατα αγάλματα χρειάζονται περισσότερο χώρο.
Трёхмерные скульптуры требуют больше места. · Three-dimensional sculptures require more space.
Η τρισδιάστατη εκτύπωση αλλάζει την τεχνολογία.
Трёхмерная печать меняет технологию. · Three-dimensional printing is changing technology.