Греческий словарь
с грамматикой

τριπλώ

[triˈplo]глаголB1

Значения

1
утроить, увеличить в три раза
triple, increase threefold · τριπλώ το ποσό — утраиваю сумму

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τριπλώ
εσύ
τριπλώς
αυτός
τριπλά
εμείς
τριπλούμε
εσείς
τριπλάτε
αυτοί
τριπλούν
Аорист
εγώ
τρίπλωσα
εσύ
τρίπλωσες
αυτός
τρίπλωσε
εμείς
τριπλώσαμε
εσείς
τριπλώσατε
αυτοί
τρίπλωσαν
Будущее
εγώ
θα τριπλώσω
εσύ
θα τριπλώσεις
αυτός
θα τριπλώσει
εμείς
θα τριπλώσουμε
εσείς
θα τριπλώσετε
αυτοί
θα τριπλώσουν

Примеры

Θέλω να τριπλώσω τα έσοδά μας.
Я хочу утроить наши доходы. · I want to triple our revenue.
Τρίπλωσαν την παραγωγή φέτος.
Они утроили производство в этом году. · They tripled production this year.
Ο πληθυσμός τριπλάει κάθε δεκαετία.
Население утраивается каждое десятилетие. · The population triples every decade.