Греческий словарь
с грамматикой

τριγυρνάω

[triɣirˈnaːo]глаголB1

Значения

1
бродить, слоняться (без цели)
to wander around, to hang about aimlessly · τριγυρνάω στο δρόμο — слоняться по улице
2
крутиться, вертеться (в одном месте)
to circle around, to go round and round · τριγυρνάω γύρω από το τραπέζι — вертеться вокруг стола

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τριγυρνάω
εσύ
τριγυρνάς
αυτός
τριγυρνάει
εμείς
τριγυρνάμε
εσείς
τριγυρνάτε
αυτοί
τριγυρνάνε
Аорист
εγώ
τριγύρνησα
εσύ
τριγύρνησες
αυτός
τριγύρνησε
εμείς
τριγυρνήσαμε
εσείς
τριγυρνήσατε
αυτοί
τριγύρνησαν
Будущее
εγώ
θα τριγυρνάω
εσύ
θα τριγυρνάς
αυτός
θα τριγυρνάει
εμείς
θα τριγυρνάμε
εσείς
θα τριγυρνάτε
αυτοί
θα τριγυρνάνε

Примеры

Τα παιδιά τριγυρνάνε στο πάρκο όλο το απόγευμα.
Дети слоняются в парке целый день. · The children wander around the park all afternoon.
Σταμάτησε να τριγυρνάει και κάθισε κάπου.
Он перестал ходить взад-вперёд и сел куда-то. · He stopped circling around and sat down somewhere.
Τριγύρνησε όλη τη νύχτα γύρω από το σπίτι.
Он ходил кругом вокруг дома всю ночь. · He wandered around the house all night long.