Греческий словарь
с грамматикой

τριγυρίζω

[triɣiˈrizo]глаголB1

Значения

1
ходить вокруг, кружить, вращаться
to go around, to circle, to spin · τριγυρίζω γύρω από το σπίτι — я кружу вокруг дома
2
бродить, слоняться (без определённой цели)
to wander, to loiter, to roam about · τριγυρίζει στους δρόμους — он слоняется по улицам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τριγυρίζω
εσύ
τριγυρίζεις
αυτός
τριγυρίζει
εμείς
τριγυρίζουμε
εσείς
τριγυρίζετε
αυτοί
τριγυρίζουν
Аорист
εγώ
τριγύρισα
εσύ
τριγύρισες
αυτός
τριγύρισε
εμείς
τριγυρίσαμε
εσείς
τριγυρίσατε
αυτοί
τριγύρισαν
Будущее
εγώ
θα τριγυρίσω
εσύ
θα τριγυρίσεις
αυτός
θα τριγυρίσει
εμείς
θα τριγυρίσουμε
εσείς
θα τριγυρίσετε
αυτοί
θα τριγυρίσουν

Примеры

Τα παιδιά τριγυρίζουν στην αυλή.
Дети кружат во дворе. · The children are running around the yard.
Τριγύρισε γύρω από την πλατεία όλο το πρωί.
Он ходил вокруг площади всё утро. · He walked around the square all morning.
Γιατί τριγυρίζεις; Κάτσε ήσυχα.
Почему ты слоняешься? Посиди спокойно. · Why are you loitering? Sit still.