τρελοκομείο
[trelokoˈmio]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
психиатрическая больница, сумасшедший дом
psychiatric hospital, mental asylum · νοσοκομείο για ψυχικές ασθένειες — больница для психических болезней
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τρελοκομείο
вин.
το τρελοκομείο
род.
του τρελοκομείου
зват.
τρελοκομείο
Мн. ч.
им.
τα τρελοκομεία
вин.
τα τρελοκομεία
род.
των τρελοκομείων
зват.
τρελοκομεία
Примеры
Ο θείος μου νοσηλεύεται στο τρελοκομείο.
Мой дядя лежит в психиатрической больнице. · My uncle is hospitalized in the psychiatric hospital.
Τα τρελοκομεία χρειάζονται περισσότερα κονδύλια.
Психиатрические больницы нуждаются в большем финансировании. · Psychiatric hospitals need more funding.
Πήγε στο τρελοκομείο για ψυχολογική αξιολόγηση.
Он пошёл в психиатрическую больницу на психологическое обследование. · He went to the psychiatric hospital for psychological evaluation.