Греческий словарь
с грамматикой

τραυματίζομαι

[travmatiˈzome]глаголB1

Значения

1
получать ранение, быть раненым
to be wounded, to be injured · τραυματίζεται στη μάχη — ранен в бою
2
быть психологически поранным, травмировать(ся)
to be psychologically hurt, to be traumatized · τραυματίζεται από το γεγονός — травмирован событием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τραυματίζομαι
εσύ
τραυματίζεσαι
αυτός
τραυματίζεται
εμείς
τραυματιζόμαστε
εσείς
τραυματίζεστε
αυτοί
τραυματίζονται
Аорист
εγώ
τραυματίστηκα
εσύ
τραυματίστηκες
αυτός
τραυματίστηκε
εμείς
τραυματιστήκαμε
εσείς
τραυματιστήκατε
αυτοί
τραυματίστηκαν
Будущее
εγώ
θα τραυματιστώ
εσύ
θα τραυματιστείς
αυτός
θα τραυματιστεί
εμείς
θα τραυματιστούμε
εσείς
θα τραυματιστείτε
αυτοί
θα τραυματιστούν

Примеры

Τραυματίστηκε σοβαρά στο ατύχημα.
Он серьезно ранен в аварии. · He was seriously injured in the accident.
Τα παιδιά τραυματίζονται εύκολα από κριτική.
Дети легко травмируются критикой. · Children are easily hurt by criticism.
Δεν θέλω να τραυματιστώ ξανά.
Я не хочу снова быть раненым. · I don't want to be hurt again.
Ήταν τραυματισμένος ψυχολογικά από τα όσα είδε.
Он был психологически травмирован тем, что видел. · He was psychologically traumatized by what he saw.