τραγουδοποιός
[traɣuðopiˈos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
композитор, автор песен
songwriter, composer of songs · ο τραγουδοποιός γράφει τραγούδια — композитор пишет песни
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο τραγουδοποιός
вин.
τον τραγουδοποιό
род.
του τραγουδοποιού
зват.
τραγουδοποιέ
Мн. ч.
им.
οι τραγουδοποιοί
вин.
τους τραγουδοποιούς
род.
των τραγουδοποιών
зват.
τραγουδοποιοί
Примеры
Ο τραγουδοποιός έγραψε ένα νέο τραγούδι.
Композитор написал новую песню. · The songwriter wrote a new song.
Πολλοί τραγουδοποιοί συμμετέχουν στο φεστιβάλ.
Много авторов песен участвуют в фестивале. · Many songwriters are taking part in the festival.
Ο διάσημος τραγουδοποιό έδωσε συνέντευξη.
Знаменитый композитор дал интервью. · The famous songwriter gave an interview.