τραγουδιστής
[traɣuˈðistis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
певец, певица (профессиональный исполнитель песен)
singer (professional performer of songs) · ο τραγουδιστής τραγουδά όμορφα — певец поёт красиво
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο τραγουδιστής
вин.
τον τραγουδιστή
род.
του τραγουδιστή
зват.
τραγουδιστή
Мн. ч.
им.
οι τραγουδιστές
вин.
τους τραγουδιστές
род.
των τραγουδιστών
зват.
τραγουδιστές
Примеры
Ο τραγουδιστής έγινε διάσημος χθες.
Певец стал знаменитым вчера. · The singer became famous yesterday.
Άκουσα τον τραγουδιστή στο ραδιόφωνο.
Я слушал певца по радио. · I listened to the singer on the radio.
Οι τραγουδιστές έδωσαν συναυλία χθες το βράδυ.
Певцы дали концерт вчера вечером. · The singers gave a concert last night.
Θέλω να γίνω τραγουδιστής όταν μεγαλώσω.
Я хочу стать певцом, когда вырасту. · I want to become a singer when I grow up.