Греческий словарь
с грамматикой

τραγουδάω

[traɣuˈðao]глаголA1

Значения

1
петь
to sing · τραγουδάω ένα τραγούδι — пою песню

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τραγουδάω
εσύ
τραγουδάς
αυτός
τραγουδάει
εμείς
τραγουδάμε
εσείς
τραγουδάτε
αυτοί
τραγουδάνε
Аорист
εγώ
τραγούδησα
εσύ
τραγούδησες
αυτός
τραγούδησε
εμείς
τραγουδήσαμε
εσείς
τραγουδήσατε
αυτοί
τραγούδησαν
Будущее
εγώ
θα τραγουδάω
εσύ
θα τραγουδάς
αυτός
θα τραγουδάει
εμείς
θα τραγουδάμε
εσείς
θα τραγουδάτε
αυτοί
θα τραγουδάνε

Примеры

Του αρέσει να τραγουδάει κάθε πρωί.
Ему нравится петь каждое утро. · He likes to sing every morning.
Χθες τραγούδησε ένα όμορφο τραγούδι.
Вчера он спел красивую песню. · Yesterday he sang a beautiful song.
Θα τραγουδάνε όλη τη νύχτα.
Они будут петь всю ночь. · They will sing all night.
Τραγούδα μαζί μας!
Пой с нами! · Sing with us!