τραγανίζω
[traɣaˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
делать хрустящим, хрустеть
to make crispy, to crackle · τραγανίζω τις πατάτες — делаю картофель хрустящим
2
издавать трещащий звук, потрескивать
to crackle, to make a crackling sound · το ξύλο τραγανίζει στη φωτιά — дрова потрескивают в огне
Грамматика
Настоящее время
εγώ
τραγανίζω
εσύ
τραγανίζεις
αυτός
τραγανίζει
εμείς
τραγανίζουμε
εσείς
τραγανίζετε
αυτοί
τραγανίζουν
Аорист
εγώ
τραγάνισα
εσύ
τραγάνισες
αυτός
τραγάνισε
εμείς
τραγανίσαμε
εσείς
τραγανίσατε
αυτοί
τραγάνισαν
Будущее
εγώ
θα τραγανίσω
εσύ
θα τραγανίσεις
αυτός
θα τραγανίσει
εμείς
θα τραγανίσουμε
εσείς
θα τραγανίσετε
αυτοί
θα τραγανίσουν
Примеры
Τραγανίζω τις πατάτες στο φούρνο.
Я делаю картофель хрустящим в духовке. · I make the potatoes crispy in the oven.
Τα ξύλα τραγανίζουν στη φωτιά.
Дрова потрескивают в огне. · The wood crackles in the fire.
Τραγάνισε τα μπισκότα μέχρι να γίνουν χρυσαφένια.
Он сделал печенье хрустящим, пока оно не стало золотистым. · He made the biscuits crispy until they turned golden.
Θα τραγανίσουμε τη σάλτσα στο σοκολάτα.
Мы сделаем соус хрустящим с шоколадом. · We will make the sauce crispy with chocolate.