Греческий словарь
с грамматикой

τραβώ

[traˈvo]глаголA1

Значения

1
тянуть, тащить
pull, drag · τραβώ το σχοινί — тяну веревку
2
привлекать, притягивать (внимание, взгляд)
attract, draw (attention, gaze) · τραβάει το μάτι μου — притягивает мой взгляд
3
снимать (фото, видео)
take, shoot (photo, video) · τραβώ μια φωτογραφία — снимаю фотографию
4
тянуться, простираться
stretch, extend · ο δρόμος τραβά ανατολικά — дорога тянется на восток

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τραβώ
εσύ
τραβάς
αυτός
τραβά
εμείς
τραβάμε
εσείς
τραβάτε
αυτοί
τραβάν(ε)
Аорист
εγώ
έτραβα
εσύ
έτραβες
αυτός
έτραβε
εμείς
τραβήσαμε
εσείς
τραβήσατε
αυτοί
έτραβαν
Будущее
εγώ
θα τραβήξω
εσύ
θα τραβήξεις
αυτός
θα τραβήξει
εμείς
θα τραβήξουμε
εσείς
θα τραβήξετε
αυτοί
θα τραβήξουν(ε)

Примеры

Τράβα το καρέκλα προς το τραπέζι.
Подвинь стул к столу. · Pull the chair to the table.
Τον έτραβε το κόκκινο χρώμα του αυτοκινήτου.
Его привлек красный цвет автомобиля. · He was drawn to the red color of the car.
Θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες στο πάρτι.
Я сделаю несколько снимков на вечеринке. · I'll take some photos at the party.
Ο ποταμός τραβά προς το νότο.
Река течет на юг. · The river runs southward.