Греческий словарь
с грамматикой

τρέχω

[ˈtreço]глаголA1

Значения

1
бежать, бежим
to run · τρέχω γρήγορα — бежу быстро
2
спешить, торопиться
to hurry, to be in a rush · τρέχω για την δουλειά — спешу на работу
3
течь, течет
to flow, to run (of liquids) · το νερό τρέχει — вода течет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρέχω
εσύ
τρέχεις
αυτός
τρέχει
εμείς
τρέχουμε
εσείς
τρέχετε
αυτοί
τρέχουν
Аорист
εγώ
έτρεξα
εσύ
έτρεξες
αυτός
έτρεξε
εμείς
τρέξαμε
εσείς
τρέξατε
αυτοί
έτρεξαν
Будущее
εγώ
θα τρέξω
εσύ
θα τρέξεις
αυτός
θα τρέξει
εμείς
θα τρέξουμε
εσείς
θα τρέξετε
αυτοί
θα τρέξουν

Примеры

Το παιδί τρέχει στο πάρκο.
Ребёнок бегает в парке. · The child is running in the park.
Έτρεξα για το τρένο και την πήρα.
Я поспешила на поезд и успела его поймать. · I rushed for the train and managed to catch it.
Το νερό τρέχει από τη βρύση.
Вода течёт из крана. · Water is running from the tap.
Θα τρέξουμε το μαραθώνιο αύριο.
Мы будем бежать марафон завтра. · We will run the marathon tomorrow.