Греческий словарь
с грамматикой

τρέφω

[ˈtrefo]глаголB1

Значения

1
кормить, питать
feed, nourish · τρέφω τα παιδιά — кормлю детей
2
вскармливать, воспитывать
bring up, rear · τρέφω ένα παιδί — воспитываю ребёнка
3
содержать, обеспечивать
support, maintain · τρέφω την οικογένειά μου — содержу свою семью
4
лелеять, питать (чувство, надежду)
harbour, cherish (feeling, hope) · τρέφω ελπίδες — питаю надежды

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρέφω
εσύ
τρέφεις
αυτός
τρέφει
εμείς
τρέφουμε
εσείς
τρέφετε
αυτοί
τρέφουν
Аорист
εγώ
έτρεψα
εσύ
έτρεψες
αυτός
έτρεψε
εμείς
τρέψαμε
εσείς
τρέψατε
αυτοί
έτρεψαν
Будущее
εγώ
θα τρέψω
εσύ
θα τρέψεις
αυτός
θα τρέψει
εμείς
θα τρέψουμε
εσείς
θα τρέψετε
αυτοί
θα τρέψουν

Примеры

Ο πατέρας τρέφει την οικογένεια με δύσκολη δουλειά.
Отец содержит семью тяжелым трудом. · The father supports his family through hard work.
Η μητέρα τρέφει τα μωρά με γάλα.
Мать кормит младенцев молоком. · The mother feeds the babies milk.
Έτρεψε τα παιδιά της με αγάπη και φροντίδα.
Она вырастила своих детей с любовью и заботой. · She brought up her children with love and care.
Τρέφω την ελπίδα ότι θα τα καταφέρουμε.
Я питаю надежду, что у нас всё получится. · I harbour the hope that we will succeed.