Греческий словарь
с грамматикой

τρέπω

[ˈtrepo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
поворачивать, изменять направление
to turn, to change direction · τρέπω το αυτοκίνητο δεξιά — поворачиваю машину вправо
2
обращать в бегство, заставлять отступить
to rout, to put to flight · ο στρατός τρέπεται σε φυγή — армия бросается в бегство
3
склонять, побуждать, втягивать
to incline, to induce, to engage · τρέπω κάποιον προς κάτι — склоняю кого-то к чему-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρέπω
εσύ
τρέπεις
αυτός
τρέπει
εμείς
τρέπουμε
εσείς
τρέπετε
αυτοί
τρέπουν
Аорист
εγώ
έτρεψα
εσύ
έτρεψες
αυτός
έτρεψε
εμείς
τρέψαμε
εσείς
τρέψατε
αυτοί
έτρεψαν
Будущее
εγώ
θα τρέψω
εσύ
θα τρέψεις
αυτός
θα τρέψει
εμείς
θα τρέψουμε
εσείς
θα τρέψετε
αυτοί
θα τρέψουν

Примеры

Τρέπει το τιμόνι προς αριστερά.
Он поворачивает руль влево. · He turns the steering wheel to the left.
Η δύναμη τρέπεται σε φυγή από τον εχθρό.
Войска обращены в бегство противником. · The forces are routed by the enemy.
Έτρεψε το συνδιάσκεψης προς νέα θέματα.
Он направил обсуждение на новые темы. · He directed the discussion towards new topics.
Θα τρέψουν την προσοχή τους εκεί.
Они обратят внимание туда. · They will direct their attention there.