Греческий словарь
с грамматикой

τρέμω

[ˈtremo]глаголA2

Значения

1
трястись, дрожать
to tremble, to shake · τρέμω από το κρύο — дрожу от холода
2
бояться, трусить
to fear, to be afraid · τρέμω τη δύναμή του — боюсь его силы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρέμω
εσύ
τρέμεις
αυτός
τρέμει
εμείς
τρέμουμε
εσείς
τρέμετε
αυτοί
τρέμουν
Аорист
εγώ
έτρεμα
εσύ
έτρεμες
αυτός
έτρεμε
εμείς
τρέμαμε
εσείς
τρέματε
αυτοί
έτρεμαν
Будущее
εγώ
θα τρέμω
εσύ
θα τρέμεις
αυτός
θα τρέμει
εμείς
θα τρέμουμε
εσείς
θα τρέμετε
αυτοί
θα τρέμουν

Примеры

Τρέμω από το ψύχος του χειμώνα.
Я дрожу от зимнего холода. · I'm shaking from the winter cold.
Τα φύλλα τρέμουν στον αέρα.
Листья колеблются на ветру. · The leaves tremble in the wind.
Έτρεμε όταν άκουσε τα νέα.
Он затрясся, когда услышал новость. · He trembled when he heard the news.
Τρέμω μήπως κάνω λάθος.
Я боюсь как бы ошибиться. · I'm afraid I might make a mistake.