τουρίστας
[tuˈristas]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
турист
tourist · ο τουρίστας επισκέπτεται την Ελλάδα — турист посещает Грецию
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο τουρίστας
вин.
τον τουρίστα
род.
του τουρίστα
зват.
τουρίστα
Мн. ч.
им.
οι τουρίστες
вин.
τους τουρίστες
род.
των τουριστών
зват.
τουρίστες
Примеры
Ο τουρίστας φωτογραφίζει τα μνημεία.
Турист фотографирует памятники. · The tourist photographs the monuments.
Πολλοί τουρίστες έρχονται στην Αθήνα κάθε χρόνο.
Много туристов приезжают в Афины каждый год. · Many tourists come to Athens every year.
Του τουρίστα αρέσει το ελληνικό φαγητό.
Туристу нравится греческая еда. · The tourist likes Greek food.