Греческий словарь
с грамматикой

τοποθετώ

[topoθeˈto]глаголB1

Значения

1
размещать, ставить на место
to place, to position, to put · τοποθετώ έπιπλα στο δωμάτιο — расставляю мебель в комнате
2
излагать, высказывать (мнение, позицию)
to state, to express, to put forward (an opinion, position) · τοποθετώ το πρόβλημα καθαρά — четко излагаю проблему
3
назначать на должность
to appoint, to assign to a post · τοποθετούν τον διευθυντή — назначают директора

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τοποθετώ
εσύ
τοποθετείς
αυτός
τοποθετεί
εμείς
τοποθετούμε
εσείς
τοποθετείτε
αυτοί
τοποθετούν
Аорист
εγώ
τοποθέτησα
εσύ
τοποθέτησες
αυτός
τοποθέτησε
εμείς
τοποθετήσαμε
εσείς
τοποθετήσατε
αυτοί
τοποθέτησαν
Будущее
εγώ
θα τοποθετήσω
εσύ
θα τοποθετήσεις
αυτός
θα τοποθετήσει
εμείς
θα τοποθετήσουμε
εσείς
θα τοποθετήσετε
αυτοί
θα τοποθετήσουν

Примеры

Τοποθέτησε τα βιβλία στη βιβλιοθήκη.
Он расставил книги на полку. · He placed the books on the shelf.
Θα τοποθετήσω την κάμερα στη γωνία.
Я поставлю камеру в углу. · I will position the camera in the corner.
Τοποθετούν το πρόβλημα διαφορετικά.
Они рассматривают проблему иначе. · They frame the problem differently.
Τον τοποθέτησαν διευθυντή του τμήματος.
Его назначили начальником отдела. · They appointed him head of the department.