τοξικότητα
[toksiˈkotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
токсичность, ядовитость
toxicity, poisonousness · η τοξικότητα του φυτού — ядовитость растения
2
токсичность (в переносном смысле: вредоносность, ядовитость отношений, среды и т.д.)
toxicity (figurative: harmfulness, as of relationships or environment) · η τοξικότητα στον χώρο εργασίας — токсичность на рабочем месте
Грамматика
Ед. ч.
им.
η τοξικότητα
вин.
την τοξικότητα
род.
της τοξικότητας
зват.
τοξικότητα
Мн. ч.
им.
οι τοξικότητες
вин.
τις τοξικότητες
род.
των τοξικοτήτων
зват.
τοξικότητες
Примеры
Η τοξικότητα του ουσίας εξαρτάται από τη συγκέντρωσή της.
Токсичность вещества зависит от его концентрации. · The toxicity of the substance depends on its concentration.
Μελετούν την τοξικότητα των νέων φαρμάκων πριν την έγκριση.
Они изучают токсичность новых лекарств перед одобрением. · They study the toxicity of new drugs before approval.
Η τοξικότητα του περιβάλλοντος αυξάνεται λόγω της ρύπανσης.
Токсичность окружающей среды возрастает из-за загрязнения. · The toxicity of the environment increases due to pollution.
Αναφορές δείχνουν αυξημένες τοξικότητες σε διάφορες βιομάζες.
Отчёты показывают повышенные уровни токсичности в различных биомассах. · Reports show increased toxicity levels in various biomasses.