Греческий словарь
с грамматикой

τονίζω

[toˈnizo]глаголB1

Значения

1
ударять, акцентировать; подчёркивать
to stress, to emphasize, to accentuate · τονίζω την σημασία — подчёркиваю важность
2
ставить ударение (в фонетике)
to place stress (in phonetics) · τονίζω τη λέξη — ставлю ударение на слово

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τονίζω
εσύ
τονίζεις
αυτός
τονίζει
εμείς
τονίζουμε
εσείς
τονίζετε
αυτοί
τονίζουν
Аорист
εγώ
τόνισα
εσύ
τόνισες
αυτός
τόνισε
εμείς
τονίσαμε
εσείς
τονίσατε
αυτοί
τόνισαν
Будущее
εγώ
θα τονίσω
εσύ
θα τονίσεις
αυτός
θα τονίσει
εμείς
θα τονίσουμε
εσείς
θα τονίσετε
αυτοί
θα τονίσουν

Примеры

Ο δάσκαλος τόνισε την σημασία της εργασίας.
Учитель подчеркнул важность работы. · The teacher stressed the importance of the work.
Θα τονίσουμε τις λέξεις σωστά.
Мы правильно поставим ударение на слова. · We will stress the words correctly.
Τονίζει πάντα τα θετικά στοιχεία.
Он всегда подчеркивает положительные моменты. · He always emphasizes the positive aspects.
Στο κείμενο τονίζονται τα κύρια σημεία.
В тексте выделяются главные пункты. · The main points are highlighted in the text.