Греческий словарь
с грамматикой

τοιχοποιός

[tixoˈpjos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
каменщик, строитель стен
bricklayer, mason · ο τοιχοποιός χτίζει τοίχους — каменщик строит стены

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο τοιχοποιός
вин.
τον τοιχοποιό
род.
του τοιχοποιού
зват.
τοιχοποιέ
Мн. ч.
им.
οι τοιχοποιοί
вин.
τους τοιχοποιούς
род.
των τοιχοποιών
зват.
τοιχοποιοί

Примеры

Ο τοιχοποιός ανέπτυξε σχέδιο για το σπίτι.
Каменщик разработал план дома. · The mason worked out a plan for the house.
Αναζητούμε έναν έμπειρο τοιχοποιό για το έργο.
Ищем опытного каменщика для проекта. · We're looking for an experienced bricklayer for the project.
Οι τοιχοποιοί τελείωσαν τον εξωτερικό τοίχο χθες.
Каменщики закончили внешнюю стену вчера. · The masons finished the exterior wall yesterday.