Греческий словарь
с грамматикой

τοιχογραφία

[tixoɣraˈfia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
фреска, роспись стены
wall painting, mural, fresco · η τοιχογραφία του Μιχαήλ Άγγελου — фреска Микеланджело
2
искусство создания фресок
the art of fresco painting · η τοιχογραφία είναι αρχαία τέχνη — фреска — древнее искусство

Грамматика

Ед. ч.
им.
η τοιχογραφία
вин.
την τοιχογραφία
род.
της τοιχογραφίας
зват.
τοιχογραφία
Мн. ч.
им.
οι τοιχογραφίες
вин.
τις τοιχογραφίες
род.
των τοιχογραφιών
зват.
τοιχογραφίες

Примеры

Η τοιχογραφία της Σιστίνης Καπέλας είναι αριστούργημα.
Роспись Сикстинской капеллы — шедевр. · The Sistine Chapel fresco is a masterpiece.
Οι αρχαίες τοιχογραφίες στην Πομπηία προστατεύονται προσεκτικά.
Древние фрески в Помпеях тщательно охраняются. · The ancient murals in Pompeii are carefully preserved.
Εξετάζαμε την τοιχογραφία του δωματίου χιλιάδων χρόνων.
Мы рассматривали фреску, которой тысячи лет. · We examined the wall painting that is thousands of years old.