Греческий словарь
с грамматикой

τινάζω

[tiˈnazo]глаголB1

Значения

1
трясти, встряхивать (чтобы что-то упало или сдвинулось)
shake, jolt (to make something fall or move) · τινάζω τη σκόνη — стряхиваю пыль
2
сбрасывать, избавляться (в переносном смысле)
shake off, get rid of (figuratively) · τινάζω τα προβλήματα — избавляюсь от проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τινάζω
εσύ
τινάζεις
αυτός
τινάζει
εμείς
τινάζουμε
εσείς
τινάζετε
αυτοί
τινάζουν
Аорист
εγώ
τίναξα
εσύ
τίναξες
αυτός
τίναξε
εμείς
τινάξαμε
εσείς
τινάξατε
αυτοί
τίναξαν
Будущее
εγώ
θα τινάξω
εσύ
θα τινάξεις
αυτός
θα τινάξει
εμείς
θα τινάξουμε
εσείς
θα τινάξετε
αυτοί
θα τινάξουν

Примеры

Τίναξε το χαλί για να πέσει η σκόνη.
Она встряхнула ковер, чтобы упала пыль. · She shook the carpet to make the dust fall.
Τινάζει το κεφάλι του όταν δεν συμφωνεί.
Он встряхивает головой, когда не согласен. · He shakes his head when he disagrees.
Θα τινάξω τις κακές συνήθειες μου.
Я избавлюсь от своих плохих привычек. · I will shake off my bad habits.