Греческий словарь
с грамматикой

τιμώ

[tiˈmo]глаголA2

Значения

1
уважать, чтить
to respect, to honour · τιμώ τους γονείς μου — я уважаю своих родителей
2
оценивать, назначать цену
to value, to price · τιμώ το εμπόρευμα — я устанавливаю цену товара

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τιμώ
εσύ
τιμάς
αυτός
τιμά
εμείς
τιμούμε
εσείς
τιμάτε
αυτοί
τιμούν
Аорист
εγώ
τίμησα
εσύ
τίμησες
αυτός
τίμησε
εμείς
τιμήσαμε
εσείς
τιμήσατε
αυτοί
τίμησαν
Будущее
εγώ
θα τιμήσω
εσύ
θα τιμήσεις
αυτός
θα τιμήσει
εμείς
θα τιμήσουμε
εσείς
θα τιμήσετε
αυτοί
θα τιμήσουν

Примеры

Τιμώ πολύ τον δάσκαλό μου.
Я очень уважаю своего учителя. · I respect my teacher very much.
Τίμησαν τον ηρώα με μια τελετή.
Они почтили героя церемонией. · They honoured the hero with a ceremony.
Πόσο τιμάς αυτό το προϊόν;
По какой цене ты оцениваешь этот товар? · How do you price this product?
Θα τιμήσουμε τη μνήμη του.
Мы почтим его память. · We will honour his memory.