τιμωρέω
[timoˈreo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
наказывать, карать
to punish, to inflict punishment · τιμωρώ τον κακούργο — я наказываю преступника
2
мстить, расплачиваться (за что-либо)
to avenge, to take revenge · τιμωρώ το έγκλημα — я мстю за преступление
Грамматика
Настоящее время
εγώ
τιμωρέω
εσύ
τιμωρείς
αυτός
τιμωρεί
εμείς
τιμωρούμε
εσείς
τιμωρείτε
αυτοί
τιμωρούν
Аорист
εγώ
τιμώρησα
εσύ
τιμώρησες
αυτός
τιμώρησε
εμείς
τιμωρήσαμε
εσείς
τιμωρήσατε
αυτοί
τιμώρησαν
Будущее
εγώ
θα τιμωρήσω
εσύ
θα τιμωρήσεις
αυτός
θα τιμωρήσει
εμείς
θα τιμωρήσουμε
εσείς
θα τιμωρήσετε
αυτοί
θα τιμωρήσουν
Примеры
Ο δικαστής τιμώρησε τον δράστη με ποινή φυλάκισης.
Судья наказал преступника лишением свободы. · The judge punished the offender with a prison sentence.
Θα τιμωρηθούν όσοι παραβιάζουν τον νόμο.
Те, кто нарушают закон, будут наказаны. · Those who violate the law will be punished.
Η κοινωνία έχει καθήκον να τιμωρεί τα εγκλήματα.
Общество обязано карать преступления. · Society has a duty to punish crimes.