Греческий словарь
с грамматикой

τιμάω

[tiˈmao]глаголA2

Значения

1
уважать, чтить
to respect, to honour · τιμώ τους γονείς μου — я уважаю своих родителей
2
ценить
to value, to esteem · τιμώ την φιλία — я ценю дружбу
3
назначать цену, оценивать
to price, to assess the value of · τιμά το σπίτι σε δέκα χιλιάδες — он оценивает дом в десять тысяч

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τιμώ
εσύ
τιμάς
αυτός
τιμά
εμείς
τιμούμε
εσείς
τιμάτε
αυτοί
τιμούν
Аорист
εγώ
τίμησα
εσύ
τίμησες
αυτός
τίμησε
εμείς
τιμήσαμε
εσείς
τιμήσατε
αυτοί
τίμησαν
Будущее
εγώ
θα τιμήσω
εσύ
θα τιμήσεις
αυτός
θα τιμήσει
εμείς
θα τιμήσουμε
εσείς
θα τιμήσετε
αυτοί
θα τιμήσουν

Примеры

Τιμώ πολύ την εργασία του.
Я высоко ценю его работу. · I greatly value his work.
Όλοι τιμούν τον παππού τους.
Все уважают своего деда. · Everyone respects their grandfather.
Την αγορά αυτή την τίμησε δέκα ευρώ.
Этот товар он оценил в десять евро. · He priced that item at ten euros.
Θα τιμήσουν την ηρωική του θυσία.
Они будут чтить его героическую жертву. · They will honour his heroic sacrifice.