Греческий словарь
с грамматикой

τηρώ

[tiˈro]глаголA2

Значения

1
хранить, сохранять
to keep, to preserve · τηρώ ένα μυστικό — я храню секрет
2
соблюдать, исполнять (закон, обещание)
to observe, to comply with, to keep (a promise, law) · τηρώ τον νόμο — я соблюдаю закон
3
охранять, защищать
to guard, to protect · τηρώ την πόρτα — я охраняю дверь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τηρώ
εσύ
τηρείς
αυτός
τηρεί
εμείς
τηρούμε
εσείς
τηρείτε
αυτοί
τηρούν
Аорист
εγώ
τήρησα
εσύ
τήρησες
αυτός
τήρησε
εμείς
τηρήσαμε
εσείς
τηρήσατε
αυτοί
τήρησαν
Будущее
εγώ
θα τηρήσω
εσύ
θα τηρήσεις
αυτός
θα τηρήσει
εμείς
θα τηρήσουμε
εσείς
θα τηρήσετε
αυτοί
θα τηρήσουν

Примеры

Τηρώ τα έγγραφά μου σε ασφαλό μέρος.
Я храню свои документы в безопасном месте. · I keep my documents in a safe place.
Πρέπει να τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας.
Мы должны соблюдать наши обещания. · We must keep our promises.
Ο φύλακας τηρεί την είσοδο του κτιρίου.
Охранник охраняет вход здания. · The guard protects the building's entrance.
Τήρησαν σιωπή για λόγους ασφαλείας.
Они соблюдали молчание по соображениям безопасности. · They kept silent for security reasons.