τηλεχειριστήριο
[tileçiriˈstírio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
пульт дистанционного управления, пульт управления
remote control · το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης — пульт телевизора
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τηλεχειριστήριο
вин.
το τηλεχειριστήριο
род.
του τηλεχειριστηρίου
зват.
τηλεχειριστήριο
Мн. ч.
им.
τα τηλεχειριστήρια
вин.
τα τηλεχειριστήρια
род.
των τηλεχειριστηρίων
зват.
τηλεχειριστήρια
Примеры
Το τηλεχειριστήριο είναι πάνω στο τραπέζι.
Пульт лежит на столе. · The remote is on the table.
Χρησιμοποίησα το τηλεχειριστήριο για να αλλάξω κανάλι.
Я использовал пульт, чтобы переключить канал. · I used the remote to change the channel.
Τα τηλεχειριστήρια χρειάζονται μπαταρίες.
Пульты нуждаются в батарейках. · Remotes need batteries.