τηλεφώνημα
[tileˈfonima]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
телефонный звонок, звонок по телефону
phone call, telephone call · λαμβάνω ένα τηλεφώνημα — получить телефонный звонок
2
телефонное сообщение, информация, полученная по телефону
telephone message, information received by phone · σημαντικό τηλεφώνημα — важное сообщение по телефону
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τηλεφώνημα
вин.
το τηλεφώνημα
род.
του τηλεφωνήματος
зват.
τηλεφώνημα
Мн. ч.
им.
τα τηλεφωνήματα
вин.
τα τηλεφωνήματα
род.
των τηλεφωνημάτων
зват.
τηλεφωνήματα
Примеры
Έλαβα ένα τηλεφώνημα από τη μητέρα μου.
Я получил звонок от мамы. · I received a call from my mother.
Το τηλεφώνημα ήρθε στις τρεις το πρωί.
Звонок пришёл в три часа утра. · The call came at three in the morning.
Περίμενα σημαντικά τηλεφωνήματα όλη την ημέρα.
Я ждал важные звонки весь день. · I was waiting for important calls all day.
Έχετε κάποιο τηλεφώνημα από το γραφείο;
У вас есть звонок с офиса? · Do you have a call from the office?