τηλεφωνικός
[tilefoˈnikos]прилагательноеA2
Значения
1
телефонный, относящийся к телефону
telephone, related to the telephone · τηλεφωνική κλήση — телефонный звонок
2
телефонный (по телефону, посредством телефона)
by telephone, conducted over the phone · τηλεφωνική συνέντευξη — интервью по телефону
Грамматика
мужской род
им.
τηλεφωνικός
вин.
τηλεφωνικό
род.
τηλεφωνικού
зват.
τηλεφωνικέ
женский род
им.
τηλεφωνική
вин.
τηλεφωνική
род.
τηλεφωνικής
зват.
τηλεφωνική
средний род
им.
τηλεφωνικό
вин.
τηλεφωνικό
род.
τηλεφωνικού
зват.
τηλεφωνικό
Примеры
Έλαβα μια τηλεφωνική κλήση από τον φίλο μου.
Я получил телефонный звонок от моего друга. · I received a phone call from my friend.
Η τηλεφωνική γραμμή δεν λειτουργεί σήμερα.
Телефонная линия сегодня не работает. · The telephone line is not working today.
Θέλω να κάνω τηλεφωνική συνέντευξη αύριο.
Завтра я хочу провести интервью по телефону. · I want to conduct a telephone interview tomorrow.
Τα τηλεφωνικά κέντρα βρίσκονται σε μεγάλες πόλεις.
Телефонные станции находятся в больших городах. · Telephone exchanges are located in major cities.