Греческий словарь
с грамматикой

τηλεφωνάω

[tilefoˈno]глаголA1

Значения

1
звонить по телефону
to telephone, to call (on the phone) · τηλεφωνώ στη μητέρα μου — звоню своей маме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τηλεφωνώ
εσύ
τηλεφωνάς
αυτός
τηλεφωνά
εμείς
τηλεφωνούμε
εσείς
τηλεφωνάτε
αυτοί
τηλεφωνούν
Аорист
εγώ
τηλεφώνησα
εσύ
τηλεφώνησες
αυτός
τηλεφώνησε
εμείς
τηλεφωνήσαμε
εσείς
τηλεφωνήσατε
αυτοί
τηλεφώνησαν
Будущее
εγώ
θα τηλεφωνήσω
εσύ
θα τηλεφωνήσεις
αυτός
θα τηλεφωνήσει
εμείς
θα τηλεφωνήσουμε
εσείς
θα τηλεφωνήσετε
αυτοί
θα τηλεφωνήσουν

Примеры

Θα τηλεφωνήσω στον Γιάννη αργότερα.
Я позвоню Яннису позже. · I'll call Yannis later.
Χθες τηλεφώνησα και δεν απάντησε.
Вчера я позвонила, но он не ответил. · Yesterday I called, but he didn't answer.
Τηλεφωνά στη δουλειά κάθε πρωί;
Она звонит на работу каждое утро? · Does she call the office every morning?
Τηλεφωνήστε μας αν χρειάζεστε κάτι.
Позвоните нам, если вам что-нибудь нужно. · Call us if you need anything.