τηλεσκόπιο
[tileˈskɔpio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
телескоп
telescope · όργανο για να βλέπουμε μακριά — инструмент, чтобы видеть далеко
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τηλεσκόπιο
вин.
το τηλεσκόπιο
род.
του τηλεσκοπίου
зват.
τηλεσκόπιο
Мн. ч.
им.
τα τηλεσκόπια
вин.
τα τηλεσκόπια
род.
των τηλεσκοπίων
зват.
τηλεσκόπια
Примеры
Το τηλεσκόπιο είναι χρήσιμο για τους αστρονόμους.
Телескоп полезен для астрономов. · The telescope is useful for astronomers.
Αγόρασε ένα καινούργιο τηλεσκόπιο για το σπίτι του.
Он купил новый телескоп для своего дома. · He bought a new telescope for his house.
Τα τηλεσκόπια του παρατηρητηρίου είναι πολύ ακριβά.
Телескопы обсерватории очень дорогие. · The telescopes at the observatory are very expensive.
Με το τηλεσκόπιό του κοίταξε τον Δία.
Через его телескоп он смотрел на Юпитер. · Through his telescope he looked at Jupiter.