τηλεπικοινωνία
[tilepikinoniˈa]существительноеη · женский родB2
Значения
1
телекоммуникация, дальняя связь
telecommunication, long-distance communication · επικοινωνία από απόσταση — связь на расстояние
2
телекоммуникационная отрасль, система связи
telecommunications (the industry or infrastructure) · η αναπτυξιακή τηλεπικοινωνία — телекоммуникационный сектор
Грамматика
Ед. ч.
им.
η τηλεπικοινωνία
вин.
την τηλεπικοινωνία
род.
της τηλεπικοινωνίας
зват.
τηλεπικοινωνία
Мн. ч.
им.
οι τηλεπικοινωνίες
вин.
τις τηλεπικοινωνίες
род.
των τηλεπικοινωνιών
зват.
τηλεπικοινωνίες
Примеры
Η τηλεπικοινωνία άλλαξε τον κόσμο σήμερα.
Телекоммуникация изменила мир сегодня. · Telecommunications has changed the world today.
Δουλεύει στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Она работает в секторе телекоммуникаций. · She works in the telecommunications sector.
Οι υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας παρέχουν γρήγορη σύνδεση.
Услуги телекоммуникаций обеспечивают быстрое соединение. · Telecommunication services provide fast connectivity.
Το πρόβλημα αφορά την ποιότητα της τηλεπικοινωνίας.
Проблема касается качества телекоммуникационной связи. · The issue concerns the quality of the telecommunication service.