Греческий словарь
с грамматикой

τηλεγραφώ

[tileɣraˈfo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
отправлять телеграмму
to send a telegram · τηλεγραφώ ένα μήνυμα — отправляю телеграмму
2
телеграфировать, сообщать по телеграфу
to telegraph, to communicate by telegraph · τηλεγραφώ τα νέα — телеграфирую новости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τηλεγραφώ
εσύ
τηλεγραφείς
αυτός
τηλεγραφεί
εμείς
τηλεγραφούμε
εσείς
τηλεγραφείτε
αυτοί
τηλεγραφούν
Аорист
εγώ
τηλεγράφησα
εσύ
τηλεγράφησες
αυτός
τηλεγράφησε
εμείς
τηλεγραφήσαμε
εσείς
τηλεγραφήσατε
αυτοί
τηλεγράφησαν
Будущее
εγώ
θα τηλεγραφήσω
εσύ
θα τηλεγραφήσεις
αυτός
θα τηλεγραφήσει
εμείς
θα τηλεγραφήσουμε
εσείς
θα τηλεγραφήσετε
αυτοί
θα τηλεγραφήσουν

Примеры

Τηλεγράφησε το μήνυμα χθες το απόγευμα.
Она отправила телеграмму вчера днём. · She sent the telegram yesterday afternoon.
Θα τηλεγραφήσουμε τα αποτελέσματα αύριο.
Мы телеграфируем результаты завтра. · We will telegraph the results tomorrow.
Τηλεγράφησαν στον γενικό διευθυντή την απόφαση.
Они телеграфировали генеральному директору решение. · They telegraphed the decision to the general manager.