τεχνοτροπία
[texnotropˈia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
искусное использование технических приёмов или средств; техническое мастерство
skillful use of technical devices or methods; technical virtuosity · η τεχνοτροπία του ηθοποιού — техническое мастерство актёра
2
хитрость, уловка, трюк
trick, stratagem, device · χρησιμοποιεί τεχνοτροπίες για να κερδίσει — использует уловки, чтобы победить
Грамматика
Ед. ч.
им.
η τεχνοτροπία
вин.
την τεχνοτροπία
род.
της τεχνοτροπίας
зват.
τεχνοτροπία
Мн. ч.
им.
οι τεχνοτροπίες
вин.
τις τεχνοτροπίες
род.
των τεχνοτροπιών
зват.
τεχνοτροπίες
Примеры
Η τεχνοτροπία του σκηνοθέτη φαίνεται σε κάθε καρέ.
Техническое мастерство режиссёра видно в каждом кадре. · The director's technical virtuosity shows in every frame.
Με διάφορες τεχνοτροπίες προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψη.
Различными уловками он старался избежать ареста. · Using various tricks, he tried to avoid arrest.
Η τεχνοτροπία της ορχήστρας μας έκανε να μας εντυπωσιάσει το κοινό.
Техническое мастерство нашего оркестра впечатлило публику. · Our orchestra's technical mastery impressed the audience.