τεχνολογικός
[texnoloˈʝikos]прилагательноеB2
Значения
1
технологический, связанный с технологией
technological, relating to technology · τεχνολογικές καινοτομίες — технологические инновации
2
технический, касающийся способа изготовления
technical, relating to a method or process · τεχνολογικές δεξιότητες — технические навыки
Грамматика
мужской род
им.
τεχνολογικός
вин.
τεχνολογικό
род.
τεχνολογικού
зват.
τεχνολογικέ
женский род
им.
τεχνολογική
вин.
τεχνολογική
род.
τεχνολογικής
зват.
τεχνολογική
средний род
им.
τεχνολογικό
вин.
τεχνολογικό
род.
τεχνολογικού
зват.
τεχνολογικό
Примеры
Η τεχνολογική ανάπτυξη αλλάζει τη ζωή μας.
Технологический прогресс меняет нашу жизнь. · Technological development is changing our lives.
Το εργοστάσιο έχει τεχνολογικές διεργασίες πολύ προηγμένες.
На заводе установлены очень передовые технические процессы. · The factory has very advanced technological processes.
Ο τεχνολογικός τομέας αναπτύσσεται γρήγορα στη χώρα.
Технологический сектор в стране развивается быстро. · The technological sector is developing rapidly in the country.
Οι τεχνολογικές δεξιότητες είναι σημαντικές για το μέλλον.
Технические навыки важны для будущего. · Technical skills are important for the future.