Греческий словарь
с грамматикой

τερματικός

[termaˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
конечный, финальный
final, terminal, last · τερματική γραμμή — финишная линия
2
относящийся к вокзалу или станции
relating to a terminal or station · τερματικός σταθμός — конечная станция

Грамматика

мужской род
им.
τερματικός
вин.
τερματικό
род.
τερματικού
зват.
τερματικέ
женский род
им.
τερματική
вин.
τερματική
род.
τερματικής
зват.
τερματική
средний род
им.
τερματικό
вин.
τερματικό
род.
τερματικού
зват.
τερματικό

Примеры

Η τερματική γραμμή του αγώνα ήταν πολύ κοντά.
Финишная линия гонки была очень близко. · The finishing line of the race was very close.
Αυτό είναι το τερματικό στάδιο της ασθένειας.
Это конечная стадия болезни. · This is the terminal stage of the disease.
Ο τερματικός σταθμός βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
Главный вокзал находится в центре города. · The terminal station is located in the city centre.
Οι τερματικές αποφάσεις δεν μπορούν να αλλάξουν.
Окончательные решения нельзя изменить. · Final decisions cannot be changed.