τελειοποιώ
[teljoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
совершенствовать, доводить до совершенства
to perfect, to refine, to bring to completion · τελειοποιώ τη δουλειά μου — совершенствую свою работу
2
завершать, окончательно оформлять
to finalize, to complete, to put the finishing touch on · τελειοποιώ τη συμφωνία — завершаю соглашение
Грамматика
Настоящее время
εγώ
τελειοποιώ
εσύ
τελειοποιείς
αυτός
τελειοποιεί
εμείς
τελειοποιούμε
εσείς
τελειοποιείτε
αυτοί
τελειοποιούν
Аорист
εγώ
τελειοποίησα
εσύ
τελειοποίησες
αυτός
τελειοποίησε
εμείς
τελειοποιήσαμε
εσείς
τελειοποιήσατε
αυτοί
τελειοποίησαν
Будущее
εγώ
θα τελειοποιήσω
εσύ
θα τελειοποιήσεις
αυτός
θα τελειοποιήσει
εμείς
θα τελειοποιήσουμε
εσείς
θα τελειοποιήσετε
αυτοί
θα τελειοποιήσουν
Примеры
Χρειάζεται να τελειοποιήσουμε το σχέδιο.
Нам нужно совершенствовать план. · We need to refine the plan.
Ο καλλιτέχνης τελειοποιεί το έργο του.
Художник совершенствует своё произведение. · The artist is perfecting his work.
Έχουν τελειοποιήσει τη διαδικασία παραγωγής.
Они завершили процесс производства. · They have finalized the production process.
Θα τελειοποιήσει τις λεπτομέρειες του συμβολαίου.
Он завершит детали контракта. · He will finalize the details of the contract.