Греческий словарь
с грамматикой

ταχύτητα

[taˈxitita]существительноеη · женский родA2

Значения

1
скорость, быстрота
speed, velocity · με μεγάλη ταχύτητα — с большой скоростью
2
передача (в автомобиле)
gear (in a car) · τρίτη ταχύτητα — третья передача

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ταχύτητα
вин.
την ταχύτητα
род.
της ταχύτητας
зват.
ταχύτητα
Мн. ч.
им.
οι ταχύτητες
вин.
τις ταχύτητες
род.
των ταχυτήτων
зват.
ταχύτητες

Примеры

Το αυτοκίνητο κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα.
Автомобиль движется с очень большой скоростью. · The car is moving at very high speed.
Άλλαξε στη δεύτερη ταχύτητα για το ανηφόρικο.
Он переключился на вторую передачу для подъёма. · He switched to second gear for the uphill.
Η ταχύτητα του ανέμου αυξήθηκε απότομα.
Скорость ветра резко увеличилась. · The wind speed increased abruptly.
Δεν πρέπει να ξεπερνάς τις ταχύτητες που επιτρέπονται.
Ты не должен превышать разрешённые скорости. · You must not exceed the speed limits.