ταχυδρομώ
[taçiðroˈmo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
отправлять почтой, посылать по почте
to send by mail, to post · ταχυδρομώ ένα δέμα — отправляю посылку по почте
2
доставлять по почте, работать почтальоном
to deliver by mail, to serve as a postman · ταχυδρομώ γράμματα — доставляю письма
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ταχυδρομώ
εσύ
ταχυδρομάς
αυτός
ταχυδρομά
εμείς
ταχυδρομούμε
εσείς
ταχυδρομάτε
αυτοί
ταχυδρομούν
Аорист
εγώ
ταχυδρόμησα
εσύ
ταχυδρόμησες
αυτός
ταχυδρόμησε
εμείς
ταχυδρομήσαμε
εσείς
ταχυδρομήσατε
αυτοί
ταχυδρόμησαν
Будущее
εγώ
θα ταχυδρομήσω
εσύ
θα ταχυδρομήσεις
αυτός
θα ταχυδρομήσει
εμείς
θα ταχυδρομήσουμε
εσείς
θα ταχυδρομήσετε
αυτοί
θα ταχυδρομήσουν
Примеры
Θα ταχυδρομήσω το γράμμα αύριο.
Я отправлю письмо завтра по почте. · I'll mail the letter tomorrow.
Ταχυδρόμησα το δέμα χθες.
Я отправил посылку вчера. · I mailed the package yesterday.
Ο πατέρας του ταχυδρομά για τριάντα χρόνια.
Его отец работал почтальоном тридцать лет. · His father worked as a postman for thirty years.