ταφόπλακα
[tafˈoplaka]существительноеη · женский родB1
Значения
1
надгробная плита, надгробный камень
tombstone, gravestone · πέτρα στον τάφο — камень на могиле
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ταφόπλακα
вин.
την ταφόπλακα
род.
της ταφόπλακας
зват.
ταφόπλακα
Мн. ч.
им.
οι ταφόπλακες
вин.
τις ταφόπλακες
род.
των ταφοπλακών
зват.
ταφόπλακες
Примеры
Η ταφόπλακα του αρχαίου βασιλιά ήταν χαραγμένη με σύμβολα.
Надгробная плита древнего царя была покрыта резными символами. · The ancient king's tombstone was carved with symbols.
Επισκέφθηκαν τις ταφόπλακες στο νεκροταφείο.
Они посетили надгробия на кладбище. · They visited the gravestones in the cemetery.
Της ταφόπλακας το όνομα ήταν δύσκολο να διαβαστεί.
Имя на надгробной плите было трудно прочитать. · The name on the gravestone was difficult to read.