Греческий словарь
с грамматикой

ταυτίζω

[tafˈtizo]глаголC1

Значения

1
отождествлять, приравнивать
to identify, to equate · ταυτίζω τις δύο έννοιες — отождествляю два понятия
2
совпадать, быть тождественным
to coincide, to be identical · οι δύο απόψεις ταυτίζονται — два взгляда совпадают

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ταυτίζω
εσύ
ταυτίζεις
αυτός
ταυτίζει
εμείς
ταυτίζουμε
εσείς
ταυτίζετε
αυτοί
ταυτίζουν
Аорист
εγώ
ταύτισα
εσύ
ταύτισες
αυτός
ταύτισε
εμείς
ταυτίσαμε
εσείς
ταυτίσατε
αυτοί
ταύτισαν
Будущее
εγώ
θα ταυτίσω
εσύ
θα ταυτίσεις
αυτός
θα ταυτίσει
εμείς
θα ταυτίσουμε
εσείς
θα ταυτίσετε
αυτοί
θα ταυτίσουν

Примеры

Δεν πρέπει να ταυτίζουμε την κριτική με την εχθρότητα.
Не следует отождествлять критику с враждебностью. · We should not equate criticism with hostility.
Στη φιλοσοφία, η ύλη ταυτίζεται με το σώμα.
В философии материя отождествляется с телом. · In philosophy, matter is identified with the body.
Οι δύο θέσεις πρακτικά ταύτισαν στα κύρια σημεία.
Две позиции практически совпали в главных пунктах. · The two positions essentially coincided on the main points.