Греческий словарь
с грамматикой

ταράζω

[taˈrazo]глаголB1

Значения

1
беспокоить, тревожить, волновать
to disturb, to trouble, to worry · με ταράζει το πρόβλημα — меня беспокоит проблема
2
мутить, делать мутным (жидкость)
to make turbid, to muddy (liquid) · ταράζει το νερό — он мутит воду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ταράζω
εσύ
ταράζεις
αυτός
ταράζει
εμείς
ταράζουμε
εσείς
ταράζετε
αυτοί
ταράζουν
Аорист
εγώ
ταράραξα
εσύ
ταράραξες
αυτός
ταράραξε
εμείς
ταράραξαμε
εσείς
ταράραξατε
αυτοί
ταράραξαν
Будущее
εγώ
θα ταράξω
εσύ
θα ταράξεις
αυτός
θα ταράξει
εμείς
θα ταράξουμε
εσείς
θα ταράξετε
αυτοί
θα ταράξουν

Примеры

Τα νέα με ταράζουν πολύ αυτές τις μέρες.
Эти новости очень меня волнуют в последнее время. · This news is really troubling me these days.
Μη με ταράζεις με τέτοια ερωτήματα.
Не беспокой меня такими вопросами. · Don't trouble me with such questions.
Όταν κολυμπάμε, ταράζουμε το νερό.
Когда мы плывём, мы мутим воду. · When we swim, we muddy the water.
Την ταράραξε η απόφαση του σχολείου.
Решение школы сильно её встревожило. · The school's decision deeply troubled her.