Греческий словарь
с грамматикой

ταπεινώνω

[tapiˈnono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
унижать, оскорблять
to humiliate, to insult · ταπεινώνει κάποιον δημόσια — унижает кого-либо на глазах у всех
2
смирять, подавлять (гордость, честолюбие)
to humble, to subdue (pride, ambition) · ταπεινώνει την περηφάνια — смиряет гордость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ταπεινώνω
εσύ
ταπεινώνεις
αυτός
ταπεινώνει
εμείς
ταπεινώνουμε
εσείς
ταπεινώνετε
αυτοί
ταπεινώνουν
Аорист
εγώ
ταπείνωσα
εσύ
ταπείνωσες
αυτός
ταπείνωσε
εμείς
ταπεινώσαμε
εσείς
ταπεινώσατε
αυτοί
ταπείνωσαν
Будущее
εγώ
θα ταπεινώσω
εσύ
θα ταπεινώσεις
αυτός
θα ταπεινώσει
εμείς
θα ταπεινώσουμε
εσείς
θα ταπεινώσετε
αυτοί
θα ταπεινώσουν

Примеры

Δεν πρέπει να ταπεινώνουμε τους άλλους.
Мы не должны унижать других людей. · We should not humiliate others.
Τον ταπείνωσε μπροστά σε όλους.
Он унизил его на глазах у всех. · He humiliated him in front of everyone.
Η αποτυχία του τον ταπείνωσε πολύ.
Его неудача сильно его смирила. · His failure humbled him greatly.
Θα ταπεινώσει τον εχθρό του με τη νίκη του.
Он унизит врага своей победой. · He will humiliate his enemy with his victory.