ταπεινότητα
[tapiˈnotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
смирение, кротость, скромность
humility, meekness, modesty · χαρακτηριστικό ενός ταπεινού ανθρώπου — качество скромного человека
2
унизительное состояние, позор, бесчестие
abasement, degradation, shame · κατάσταση ταπείνωσης και ντροπής — состояние унижения и позора
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ταπεινότητα
вин.
την ταπεινότητα
род.
της ταπεινότητας
зват.
ταπεινότητα
Мн. ч.
им.
οι ταπεινότητες
вин.
τις ταπεινότητες
род.
των ταπεινοτήτων
зват.
ταπεινότητες
Примеры
Η ταπεινότητα είναι αρετή που δεν εκτιμάται αρκετά.
Смирение — это добродетель, которая недостаточно ценится. · Humility is a virtue that is not sufficiently appreciated.
Δέχθηκε την ταπεινότητα της ήττας με αξιοπρέπεια.
Он принял унижение поражения с достоинством. · He accepted the shame of defeat with dignity.
Η ταπεινότητα του λαού ήταν αποτέλεσμα της κατοχής.
Унизительное положение народа было результатом оккупации. · The people's abasement was a result of the occupation.