ταξιτζής
[taksiˈtʒis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
таксист
taxi driver · ο ταξιτζής οδηγεί ταξί — таксист водит такси
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ταξιτζής
вин.
τον ταξιτζή
род.
του ταξιτζή
зват.
ταξιτζή
Мн. ч.
им.
οι ταξιτζήδες
вин.
τους ταξιτζήδες
род.
των ταξιτζήδων
зват.
ταξιτζήδες
Примеры
Ο ταξιτζής ήξερε όλους τους δρόμους της πόλης.
Таксист знал все улицы города. · The taxi driver knew all the streets of the city.
Καλησα έναν ταξιτζή για να με πάει στο αεροδρόμιο.
Я вызвал таксиста, чтобы он отвез меня в аэропорт. · I called a taxi driver to take me to the airport.
Οι ταξιτζήδες διαμαρτύρονται για τα χαμηλά κέρδη.
Таксисты жалуются на низкие доходы. · Taxi drivers are complaining about low earnings.
Ταξιτζή, πόσο κοστίζει μέχρι την κεντρική πλατεία;
Таксист, сколько стоит проезд до центральной площади? · Taxi driver, how much does it cost to get to the main square?